Η αρχιτεκτονική του φωτός και η πόλη τη νύχτα (μέρος α)

02     Η σημασία του κατάλληλα σχεδιασμένου φωτισμού στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, είτε πρόκειται για μεμονωμένα κτίρια ή μνημεία, είτε για δημόσιους χώρους, εμπορικούς δρόμους ή και ολόκληρες περιοχές, έχει γίνει ιδιαίτερα εμφανής τα τελευταία χρόνια. Το γεγονός αυτό έχει φέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση περί της αισθητικής του φωτός, μιας αρχιτεκτονικής προσέγγισης, με πολύ μεγάλη παράδοση σε χώρες με προηγμένο αστικό και τεχνικό πολιτισμό, μιας προσέγγισης που μπορεί να ξαναγεννήσει τις πόλεις μας. Η ανάδειξη της αρχιτεκτονικής δημιουργίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς τις νυχτερινές ώρες θεωρείται κομμάτι του πολιτισμού της πόλης και της κοινωνίας. Το φως, αν και ‘άυλο’, προϋποθέτει μεγάλη τεχνική γνώση και αν και «τεχνολογικό» προϊόν, δικαιώνεται από την ‘ποίηση’ που εκλύει.

Το φως σήμερα, ως ‘υλικό’ και ως μέσο ανάδειξης της αρχιτεκτονικής σύνθεσης ξεπερνά την αρχική ανάγκη χρήσης. Οι νέες δυνατότητες του φωτισμού στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό, στη δυναμική παρουσία μιας νέας γενιάς ‘ειδικών του φωτός’ που συνδυάζουν δημιουργικά την επιστήμη με τη ‘τέχνη’ του αρχιτεκτονικού φωτισμού για τη δημιουργία οπτικού ενδιαφέροντος στη νυκτερινή εικόνα της πόλης.

Επιπλέον, νέες τεχνολογίες προσφέρουν ένα ‘νέο πλούτο’ με σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες τόσο για τη διακριτική ενσωμάτωση του φωτισμού στην αρχιτεκτονική, όσο και για τον πλήρη έλεγχο και προγραμματισμό της ποσότητας, της έντασης, της κατανομής, της κατεύθυνσης και του χρώματος του φωτός που εκπέμπεται. Ο τομέας του φωτισμού ακολουθεί από κοντά τις ραγδαίες εξελίξεις στις τεχνολογίες των ηλεκτρονικών συστημάτων, υπερβαίνοντας τον παραδασιακό διαχωρισμό μεταξύ πηγής φωτός, φωτιστικού σώματος και συστήματος ελέγχου.

Δυστυχώς στη χώρα μας ακόμα και σήμερα, η πλειοψηφία των ‘μελετών’ φωτισμού προσφέρεται ‘δωρεάν’ από εμπορικές εταιρίες φωτιστικού εξοπλισμού ως υποστηρικτική υπηρεσία πωλήσεων, δημιουργώντας εύλογη σύγχηση μεταξύ του εργαλείου (βλέπε φωτιστικό) και της επιστήμης και ‘τέχνης’ του σχεδιασμού αρχιτεκτονικού φωτισμού (βλέπε επαγγελματική μελέτη φωτισμού). Ο σχεδιασμός του φωτισμού είναι κάτι περισσότερο από την απλή επιλογή φωτιστικών ή τον υπολογισμό της αναγκαίας ποσότητας φωτισμού επιφάνειας ή των τιμών λαμπρότητας και ομοιομορφίας. Είναι η σύνθεση φωτεινότητας και χρώματος στο συνολικό οπτικό πεδίο του παρατηρητή σε μια δημιουργική διαδικασία σχεδιασμού με κέντρο τον άνθρωπο και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο που τον περιβάλλει.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας ένα κτίριο ή ένα μνημείο φωτίζεται είτε άμεσα από τον ήλιο είτε έμμεσα από διάχυτο φως από τον ουράνιο θόλο είτε και από τα δυο. Όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία των όψεων ενός κτιρίου ή ενός μνημείου αναδεικνύονται με τον τρόπο αυτό μέσα από διαρκές παιγνίδι εναλλαγών από φως και σκιά. Συνήθως δεν είναι δυνατή, αλλά ούτε και επιθυμητή, η επίτευξη παρομοίων αποτελεσμάτων με τη χρήση του τεχνητού φωτός. Η επαγγελματική μελέτη φωτισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην επιλογή των σημαντικών εκείνων στοιχείων που επιθυμείται να αναδειχθούν με το φωτισμό. Η επιλογή των στοιχείων της όψης εκείνων που δεν θα φωτισθούν είναι εξίσου σημαντική απόφαση, αφού για τη δημιουργία οπτικού ενδιαφέροντος χρειάζονται το φως, το σκοτάδι και όλοι οι ενδιάμεσοι τόνοι. Μόλις οι απαιτήσεις από το φωτισμό έχουν αποφασισθεί, ένας πρακτικός προσδιορισμός μπορεί να γίνει σχετικά με τις θέσεις των φωτιστικών, τη κατανομή των φωτεινών τους ροών, τους τύπους των λαμπτήρων και την ισχύ τους, που απαιτούνται να την επίτευξη του στόχου του σχεδιασμού.

Η τεχνική του κατάλληλου φωτισμού κτιρίων και μνημείων δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο στην  επίτευξη των αμιγώς ποσοτικών στόχων της φωτομετρίας. Ο μελετητής φωτισμού θα πρέπει να επιδείξει επίσης ευαισθησία και διορατικότητα ως προς τις αισθητικές άξιες του αντικειμένου που επιθυμείται να αναδειχθεί.

 Η επιθεώρηση του χώρου κατά τη διάρκεια της ημέρας θα επιτρέψει τον προσδιορισμό του κυρίου σημείου θέασης του κτιρίου που συνήθως είναι το σημείο από όπου το κτίριο δείχνει πιο ελκυστικό. Ένας πετυχημένος σχεδιασμός φωτισμού βέβαια θα πρέπει να δίνει όμοια βαρύτητα σε κάθε σημείο θέασης του κτιρίου. Σε ιδανικές συνθήκες, διαφορετικές εικόνες του ίδιου κτιρίου θα πρέπει να αποκαλύπτονται από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την επικρατούσα άποψη ότι ο φωτισμός σχεδιάζεται από μια κύρια οπτική γωνία. Στην πραγματικότητα ο θεατής ή ο χρηστής του χώρου σπανίως είναι στατικός αλλά τις περισσότερες φορές κινείται ελευθέρα στο χώρο.

Στις περιπτώσεις εκείνες που το ζητούμενο από το σχεδιασμό φωτισμού είναι ο ομοιόμορφος φωτισμός της όψης ενός κτιρίου ή ενός μνημείου τότε οι ακόλουθες πρακτικές συμβουλές ως προς τις θέσεις των προβολέων και το άνοιγμα της φωτεινής δέσμης, μπορούν να δώσουν ικανοποιητικά αποτελέσματα:

  • Όταν η κάτοψη ενός κτιρίου είναι τετράγωνη ή ορθογώνια,  η γωνία πρόσπτωσης του φωτισμού δεν πρέπει να είναι μικρότερη των 90ο .
  • Όταν η κάτοψη είναι κυκλική και για να τονισθεί η καμπυλότητα του κτιρίου χρησιμοποιούνται φωτιστικά στενής ή μεσαίας δέσμης σε αρκετά σημεία γύρω από το κτίριο και με κατεύθυνση φωτισμού από κάτω προς τα πάνω.
  • Όταν οι επιφάνειες του κτιρίου είναι επίπεδες, τα φωτιστικά θα πρέπει να τοποθετούνται σε κοντινή απόσταση από το κτίριο και με ασύμμετρο τρόπο.
  • Σε όψεις με έντονες εσοχές και προεξοχές , είναι προτιμότερο ο φωτισμός να προσπίπτει από κάποια απόσταση έτσι ώστε να αποφεύγονται οι έντονες σκιάσεις. Η διακριτική και όσο το δυνατόν αφανής τοποθέτηση μικρών φωτιστικών στις εσοχές ή στις προεξοχές μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη επιμέρους στοιχείων της πρόσοψης και στην εξάλειψη των έντονων σκιάσεων.
  • Εάν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο της πρόσοψης που επιθυμείται να αναδειχθεί τότε θα πρέπει να φωτισθεί και από τις δυο του πλευρές και υπό γωνία 30ο – 45ο έτσι ώστε οι σκιάσεις να μην είναι σκληρές.
  • Όταν το κτίριο είναι χαμηλό τότε είναι προτιμότερη η χρήση προβολέων ανοικτής δέσμης.
  • Για ψηλότερα κτίρια ένας συνδυασμός προβολέων με στενές και μεσαίες δέσμες μπορεί να δώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Για τη δημιουργία ενδιαφέροντος θα πρέπει απαραίτητα να υπάρχει ποικιλία στην επιλογή τόσο των φωτιστικών (κατανομή φωτεινής δέσμης) όσο και των πηγών φωτισμού (επιλογή έντασης, θερμοκρασίας χρώματος, χρώματος).

Μεγάλη σημασία στη μελέτη φωτισμού έχει η σχέση του κτιρίου ή του μνημείου με το χώρο που το περιβάλλει και το φωτισμό του. Όταν ο περιβάλλων χώρος και το φόντο είναι σκοτεινά, τότε μια σχετικά μικρή ποσότητα φωτός είναι απαραίτητη για την ανάδειξη του κτιρίου. Αντίθετα όταν τα επίπεδα φωτισμού του περιβάλλοντος χώρου είναι υψηλά τότε θα πρέπει να γίνει ιεραρχήση μεταξύ της ανάδειξης του κτιρίου και της γενικότερης ανάδειξης του περιβάλλοντος χώρου. Το ίδιο συμβαίνει και όταν το κτίριο βρίσκεται μπροστά από ένα φωτεινό φόντο. Και στις δυο περιπτώσεις, η επιπρόσθετη χρησιμοποίηση  χρωματικών αντιθέσεων σε συνδυασμό με αντιθέσεις στις φωτεινές εντάσεις μπορεί να δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα φωτεινή σύνθεση.

Θεόδωρος Δ Κοντορήγας MBA MSc PLDA SLL

Θ. Κοντορήγας και Συνεργάτες Μελετητές Φωτισμού

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s